Μετάβαση στο περιεχόμενο
Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2026Κύπρος · Ελλάδα · Κόσμος
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η νομοθεσία δεν εμποδίζει τη δημοσιοποίηση στοιχείων υπόπτων ή καταδικασθέντων για σεξουαλικά αδικήματα, διευκρινίζει η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων

Η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Μαρία Χριστοφίδου διευκρινίζει ότι η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα δεν εμποδίζει την, υπό προϋποθέσεις, δημοσιοποίηση στοιχείων προσώπων που εμπλέκονται σε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, με έμφαση στην προστασία των θυμάτων.

Η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Μαρία Χριστοφίδου, διευκρινίζει ότι η νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν εμποδίζει τη δημοσιοποίηση στοιχείων προσώπων που είναι ύποπτα ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Όπως σημειώνει, η δυνατότητα δημοσιοποίησης αυτών των στοιχείων εξετάζεται κατά περίπτωση.

Σε ανακοίνωσή της και με αφορμή πρόσφατα ερωτήματα σχετικά με το αν το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο επιτρέπει τη δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων, η Επίτροπος αναφέρει ότι λαμβάνονται υπόψη το στάδιο της υπόθεσης, ο σκοπός της δημοσιοποίησης και η αρμοδιότητα του φορέα που προβαίνει σε αυτή. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται σε όλα τα στάδια στην προστασία της ταυτότητας του θύματος.

Συγκεκριμένα, κατά τη διερεύνηση ποινικής υπόθεσης, η Αστυνομία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δημοσιοποιήσει στοιχεία υπόπτου με σκοπό τον εντοπισμό ή τη σύλληψή του ή τη συλλογή πληροφοριών από το κοινό. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται με βάση τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης και ρυθμίζεται από Αστυνομική Διάταξη που εκδίδεται σύμφωνα με τον περί Αστυνομίας Νόμο.

Επιπλέον, θα πρέπει να συνεκτιμάται αν η δημοσιοποίηση των στοιχείων του υπόπτου μπορεί να οδηγήσει, άμεσα ή έμμεσα, στην ταυτοποίηση του θύματος, ειδικά όταν πρόκειται για ανήλικο.

Σε ό,τι αφορά τη δημοσιοποίηση καταδικαστικής απόφασης για αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, η Επίτροπος αναφέρει ότι το αρμόδιο Δικαστήριο εφαρμόζει τις Εγκυκλίους 142 και 143 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες αφορούν την ψευδωνυμοποίηση ή ανωνυμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων. Οι εγκύκλιοι καθορίζουν πότε μπορούν να δημοσιεύονται αποφάσεις που ενδέχεται να ταυτοποιούν πρόσωπα, καθώς και πότε απαιτείται να διαγραφούν σχετικές αναφορές.

Όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται μετά την έκτιση της ποινής ή την αποφυλάκιση καταδικασθέντος για αδίκημα σχετικό με τον Νόμο του 2014 για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας, το Δικαστήριο μπορεί, μεταξύ άλλων, να διατάξει απαγόρευση εργοδότησης ή τερματισμό απασχόλησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται παιδιά, καθώς και απαγόρευση διαμονής του σε χώρους που διαμένουν θύματα ή παιδιά.

Η Αρχή Εποπτείας, που συστάθηκε βάσει του ίδιου Νόμου, ασκεί αρμοδιότητες εποπτείας και αξιολόγησης της επικινδυνότητας προσώπων που παραπέμπονται σε αυτήν και του κινδύνου επανάληψης του αδικήματος. Όπως διευκρινίζει η Επίτροπος, τα μέτρα αυτά είναι μηχανισμοί προστασίας και δεν συνεπάγονται από μόνα τους δημόσια ανακοίνωση των στοιχείων του καταδικασθέντος.

Η δημοσίευση πληροφοριών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι διακριτό ζήτημα και αξιολογείται με βάση την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης σε συνδυασμό με τα δικαιώματα των επηρεαζόμενων προσώπων.

«Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόκρυψη της ταυτότητας ενός καταδικασθέντος. Αντίστοιχα, η καταδίκη δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του», επισημαίνει η Επίτροπος, υπογραμμίζοντας ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα δεδομένα και χαρακτηριστικά της.

Τέλος, σημειώνει ότι η αρμόδια Αρχή αποφασίζει κάθε φορά αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για δημοσιοποίηση στοιχείων, στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχει η νομοθεσία, με ιδιαίτερη μέριμνα ώστε να προστατεύεται, άμεσα ή έμμεσα, η ταυτότητα του θύματος.