Μετάβαση στο περιεχόμενο
Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2026Κύπρος · Ελλάδα · Κόσμος
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 18 μηνών με άμεση εκτέλεση για κλοπή ηλεκτρικού μοτοποδηλάτου

Το Εφετείο διατήρησε σε ισχύ την ποινή φυλάκισης 18 μηνών με άμεση εκτέλεση, που επιβλήθηκε σε άνδρα για κλοπή ηλεκτρικού μοτοποδηλάτου, κρίνοντας ως επιβαρυντική τη διάπραξη επιπλέον αδικήματος μετά το αρχικό περιστατικό.

Το Εφετείο διατήρησε σε ισχύ την ποινή φυλάκισης 18 μηνών που είχε επιβληθεί σε άνδρα για υπόθεση κλοπής ηλεκτρικού μοτοποδηλάτου, κρίνοντας πως η διάπραξη και άλλου αδικήματος μετά την κλοπή αποτέλεσε επιβαρυντικό στοιχείο, το οποίο δεν επέτρεπε την αναστολή της ποινής.

Η απόφαση του Εφετείου, με ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 2026, αφορά την κλοπή ηλεκτρικού μοτοποδηλάτου αξίας €1.500. Κατά την αρχική επιβολή της ποινής είχαν ληφθεί υπόψη ακόμη δύο υποθέσεις που ο κατηγορούμενος είχε παραδεχθεί: η μία για κλεπταποδοχή ηλεκτρικού σκούτερ αξίας €470 και η άλλη για εξασφάλιση πίστωσης ύψους €134,50 με ψευδείς παραστάσεις.

Το πρωτόδικο δικαστήριο του είχε επιβάλει ποινή φυλάκισης 18 μηνών και διέταξε την άμεση εκτέλεσή της. Κατά την εκδίκαση της έφεσης ο καταδικασθείς αρχικά ισχυρίστηκε πως η ποινή ήταν υπερβολική, ωστόσο ο συγκεκριμένος λόγος εγκαταλείφθηκε αργότερα και η έφεση περιορίστηκε στο ερώτημα της αναστολής της ποινής, θεωρώντας πως το πρωτόδικο δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια.

Η συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε πως θα έπρεπε να δοθεί έμφαση στο λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, στην παραδοχή των αδικημάτων, στη μεταμέλεια του και στο γεγονός πως τα κλοπιμαία είχαν επιστραφεί στους ιδιοκτήτες τους. Επιπλέον, αναφέρθηκε ότι η φυλάκιση θα είχε ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον κατηγορούμενο και την οικογένειά του.

Από την πλευρά του, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής έδωσε έμφαση στη συμπεριφορά του εφεσείοντα μετά την πρώτη κλοπή. Σύμφωνα με την απόφαση, η κλοπή πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2024, ενώ τον Νοέμβριο του 2024 διαπράχθηκε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, το οποίο ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Ο συνήγορος σημείωσε πως η μεταγενέστερη διαγωγή του εφεσείοντα δεν δικαιολογούσε αναστολή εκτέλεσης της ποινής.

Το Εφετείο έκρινε πως το πρωτόδικο δικαστήριο είχε λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις, το λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή και την επιστροφή των κλοπιμαίων, ωστόσο αυτά δεν αρκούσαν για να στηρίξουν αίτημα αναστολής της ποινής. Όπως αναφέρει το δικαστήριο, τα προσωπικά δεδομένα και τα ελαφρυντικά που παρουσίασε ο εφεσείων δεν υπερισχύουν του δημοσίου συμφέροντος που απαιτεί την επιβολή αποτρεπτικών ποινών λόγω της σοβαρότητας και της έντασης τέτοιων αδικημάτων.

Το Εφετείο στάθηκε ιδιαίτερα στη διάπραξη δεύτερου αδικήματος μετά την κλοπή, θεωρώντας πως η μεταγενέστερη συμπεριφορά του εφεσείοντα ήταν επιβαρυντική και δεν δικαιολογούσε την αναστολή ποινής. Επιπλέον, το Δικαστήριο επεσήμανε πως η απόφαση για αναστολή της ποινής εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου και πως κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της.

Συνοψίζοντας, το Εφετείο έκρινε ορθή την απόφαση για άμεση φυλάκιση, σημειώνοντας πως η συμπεριφορά του εφεσείοντα δεν δικαιολογούσε την αναστολή. Ως εκ τούτου, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο έφεσης περί αναστολής της ποινής και επικύρωσε στο σύνολό της την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου.