Διακρατικό πρόβλημα η παραπληροφόρηση και χρειάζεται διακρατική απάντηση, τόνισε ο Ύπατος Βρετανός Αρμοστής Michael Tatham, μιλώντας στο πλαίσιο συζήτησης με θέμα Disinformation as a Democratic Security Threat: From Detection to Public Response, στο Cyprus Forum που πραγματοποιείται σήμερα στη Λευκωσία. Στη συζήτηση συμμετείχε η Clelia Chevrier Kolacko, πρέσβειρα της Γαλλίας και ο Χριστόδουλος Ιωάννου, συνιδρυτής του Cyprus Security and Intelligence Institute (CySII).
Στο πλαίσιο της συζήτησης υπογραμμίστηκε ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί πλήγμα κατά της δημοκρατίας και είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί μέσω διεθνών συνεργασιών.
Απαντώντας σε ερώτηση για τη δυνατότητα διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής είπε ότι υπάρχουν τρία σημεία στα οποία θα πρέπει να επικεντρωθούμε ξεκινώντας με το ότι θα πρέπει «να διασφαλίσουμε ότι πράγματι αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα». Όπως είπε, πριν από περίπου δέκα χρόνια, το πρόβλημα μόλις άρχιζε να γίνεται αντιληπτό και μόνο ένας μικρός αριθμός ανθρώπων ασχολείτο με αυτό.
Τόνισε ότι «πρέπει να το αναγνωρίσουμε και να διασφαλίσουμε ότι αποτελεί μέρος της διεθνούς ατζέντας και αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα». Ως δεύτερο στοιχείο σημείωσε τη συνεργασία μεταξύ των κρατών. «Όταν καταγγέλλουμε την παραπληροφόρηση από κρατικούς δρώντες, είμαστε πολύ ισχυρότεροι όταν το κάνουμε μαζί. Αυτό μας καθιστά δυσκολότερο στόχο για αντίποινα και ταυτόχρονα ενισχύει το μήνυμα», ανέφερε.
Ως τρίτο σημείο ανέδειξε την ανάπτυξη διεθνών πλαισίων συνεργασίας. Όπως ανέφερε, πολλές χώρες δημιουργούν σε εθνικό επίπεδο κυβερνητικούς και διακυβερνητικούς μηχανισμούς, ωστόσο ανάλογη δουλειά πρέπει να γίνεται και σε διεθνές επίπεδο.
Παρέπεμψε στον Μηχανισμό Ταχείας Αντίδρασης της G7, που δημιουργήθηκε το 2018 και πλέον περιλαμβάνει, πέραν των χωρών της G7, χώρες όπως η Σουηδία και η Ολλανδία, καθώς και οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ, με στόχο τον εντοπισμό κοινών απειλών, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη αντίδραση.
Αναφέρθηκε επίσης στην Παγκόσμια Διακήρυξη του Καναδά για την Ακεραιότητα της Πληροφορίας και στις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών για τη δημιουργία κώδικα δεοντολογίας για την ακεραιότητα της πληροφορίας. «Η διεθνής αντίδραση εξελίσσεται, αλλά πρέπει να συνεχίσει να προχωρεί και μάλιστα με ταχύτητα», σημείωσε.
Τέταρτο στοιχείο, πρόσθεσε, είναι η στήριξη χωρών που βρίσκονται αντιμέτωπες με επιχειρήσεις παραπληροφόρησης. Έφερε ως παράδειγμα τις εκλογές του 2024 στη Μολδαβία, μια χώρα που, όπως είπε, είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στη ρωσική παραπληροφόρηση και στην οποία το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες παρείχαν στήριξη για την αποκάλυψη της παραπληροφόρησης και την αντιμετώπιση προσπαθειών παρέμβασης στις δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες.
«Όσο περισσότερες χώρες με κοινές δημοκρατικές αξίες είναι πρόθυμες να συνεργαστούν σε αυτόν τον τομέα, τόσο το καλύτερο», είπε, προσθέτοντας ότι «είμαστε πιο αποτελεσματικοί όταν δημοκρατίες με κοινές αντιλήψεις συνεργάζονται, μοιράζονται γνώσεις και αναλαμβάνουν από κοινού δράση».
Η γαλλική προσέγγιση
Η Clelia Chevrier Kolacko, πρέσβειρα της Γαλλίας, στη δική της τοποθέτηση υπογράμμισε ότι η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης αποτελεί προτεραιότητα για τη Γαλλία, όπως και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και η ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι σε αυτή την απειλή αποτελεί από μόνη της μια απάντηση στην παραπληροφόρηση. «Η παραπληροφόρηση είναι μια πραγματικότητα. Πλήττει ακόμη και ζητήματα που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνονται ασήμαντα και συνιστά απειλή για τις δημοκρατίες και τις κοινωνίες μας. Απαιτεί, επομένως, μια ισχυρή, οργανωμένη και συλλογική απάντηση» ανέφερε.
Αναφέρθηκε σε χειραγώγηση πληροφοριών που έχουν στόχο την εξαπάτηση του κοινού και την πρόκληση της ζημιάς στην οικονομία ή την εικόνα μιας χώρας «μέσω της μαζικής διάδοσης πληροφοριών που είναι είτε εμφανώς ψευδείς είτε διαστρεβλωμένες». Είπε επίσης ότι υπάρχει και η διάσταση της παρέμβασης στη δημόσια ζωή μέσω της χειραγώγησης των πληροφοριών αλλά και μέσω κυβερνοεπιθέσεων.
Αναφερόμενη στην περίπτωση της Γαλλίας είπε ότι παρατηρούνται εδώ και αρκετά χρόνια διάφορες μορφές παραπληροφόρησης, όπως συντονισμένες εκστρατείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τη χρήση bots, ψεύτικων λογαριασμών και δικτύων διάδοσης, οι οποίες στοχεύουν την εικόνα και τις διεθνείς θέσεις της χώρας, κάτι που έγινε και το 2024, λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όταν κυκλοφόρησε μια μεγάλη εκστρατεία παραπληροφόρησης με ψευδείς αναφορές για μαζική προσβολή από κοριούς στο Παρίσι. «Οι ιστορίες αυτές ενισχύθηκαν μέσω δεκάδων καναλιών στο Telegram και ιστολογίων, με στόχο να πληγούν τα οικονομικά συμφέροντα και η εικόνα της Γαλλίας, την ώρα που προετοιμαζόταν να υποδεχθεί εκατομμύρια τουρίστες, και να υπονομευθεί η στήριξη προς την Ουκρανία και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας», είπε.
Πρόσθεσε ότι πλέον το περιεχόμενο, ωστόσο, μπορεί να είναι πολύ πιο εξελιγμένο με βίντεο ενισχυμένα με Τεχνητή Νοημοσύνη, deepfakes προσαρμοσμένα σε συγκεκριμένους πολιτισμούς και γλώσσες και ιστοσελίδες που μιμούνται μέσα ενημέρωσης μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια και έχουν στόχο να προκαλέσουν πανικό ή απλώς να δημιουργήσουν αμφιβολίες.
Σημείωσε ότι ένας από τους βασικούς κινδύνους της παραπληροφόρησης αφορά την εθνική συνοχή. «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αντιπάλους που διαθέτουν σημαντικούς πόρους για να παρουσιάσουν μια εικόνα του κόσμου στην οποία ο τρόπος ζωής και οι αξίες μας απαξιώνονται». Σημείωσε επίσης τον κίνδυνο που ελλοχεύει για τον δημόσιο διάλογο και τις εκλογές, με εκστρατείες χειραγώγησης εναντίον υποψηφίων που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας.
Πρόσθεσε ότι η παραπληροφόρηση αποτελεί απειλή τόσο για την εξωτερική πολιτική, όσο και για την οικονομία και την κοινωνία, ενώ ανέφερε ειδικότερα τις εκστρατείες παραπληροφόρησης σχετικά με θέματα υγείας, όπως τα εμβόλια ή συγκεκριμένες ασθένειες που αμφισβητούν την επιστημονική αυθεντία και υπονομεύουν την ικανότητα των πολιτών να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Σε σχέση με τη γαλλική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης είπε ότι βασίζεται σε τέσσερις κατευθυντήριες αρχές: τη διαφάνεια, τη στοχευμένη αντιμετώπιση μη αυθεντικών δραστηριοτήτων και την απόδοση ευθυνών στους δράστες, την απάντηση με πραγματικά στοιχεία, και την τήρηση της δεοντολογικής «κόκκινης γραμμής», χωρίς συνειδητή διάδοση ψευδών πληροφοριών ακόμη και όταν οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν τέτοιες πρακτικές.
«Η πρώτη απάντηση είναι, επομένως, να αναγνωρίζεται η παραπληροφόρηση, να αποκαλύπτεται και να αποδίδεται στη χώρα προέλευσής της», είπε. Πρόσθεσε ότι αυτό είναι το έργο που γίνεται στη Γαλλία από το 2021 μέσω ειδικής διυπουργικής υπηρεσίας, η οποία πραγματοποιεί παρακολούθηση και τεχνική ανάλυση, επιτρέποντας στις αρχές να αναλαμβάνουν δράση και να επικοινωνούν αποτελεσματικά.
Είπε επίσης ότι έχει δημιουργηθεί νέα υπηρεσία στο Υπουργείο Εξωτερικών, η οποία έχει αναπτύξει μηχανισμούς παρακολούθησης σε διαφορετικές ζώνες ώρας, ώστε να εξασφαλίζεται επιτήρηση επί 24ώρου βάσεως.
Ως δεύτερο σημείο για την αντιμετώπιση σημείωσε ότι έχει δημιουργηθεί λογαριασμός για την αντιμετώπιση περιεχομένου που πλήττει την εικόνα της Γαλλίας. Πρόσθεσε ότι με αυτό τον τρόπο, επιδιώκεται η άμεση αντίδραση σε περιπτώσεις χειραγώγησης πληροφοριών, η προστασία των διπλωματικών πρωτοβουλιών της Γαλλίας σε πραγματικό χρόνο και η αποτροπή όσων γνωρίζουν πλέον ότι οι επιθέσεις τους μπορούν να στραφούν εναντίον τους.
Άλλη μία δράση σε αυτό το πλαίσιο είναι και η υπενθύμιση των γεγονότων. Ως τέταρτη δράση ανέδειξε την προσπάθεια «για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του κοινού και των θεσμών μέσω της ενημέρωσης των πολιτών, της εκπαίδευσης στα μέσα ενημέρωσης στα σχολεία και της επαγγελματικής κατάρτισης εκπαιδευτικών, δημοσιογράφων και δημόσιων λειτουργών».
Σημείωσε παράλληλα την στήριξη στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, την ερευνητική δημοσιογραφία, τα ντοκιμαντέρ και νέες μορφές περιεχομένου, ιδιαίτερα εκείνες που απευθύνονται στους νέους, ενώ υπογράμμισε ότι «οι δημοσιογράφοι λειτουργούν ως αντίδοτο στην “πανδημία” παραπληροφόρησης που απειλεί τις δημοκρατίες μας και διαπερνά κάθε πτυχή της δημόσιας σφαίρας. Γι' αυτό και τους στηρίζουμε», πρόσθεσε.
Από το 2026, ανέφερε, όλα αυτά τα στοιχεία έχουν ενοποιηθεί σε μια γαλλική εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της χειραγώγησης της πληροφορίας, με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της κοινωνίας, τη ρύθμιση των πλατφορμών και της Τεχνητής Νοημοσύνης, την ενίσχυση της επιχειρησιακής ικανότητας του κράτους και τη συνεργασία με τους συμμάχους.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε τη σημασία της συλλογικής δράσης της Ευρώπης και των συμμάχων της απέναντι στις απειλές και την χειραγώγηση της πληροφορίας.
Ο ρόλος της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας
Απαντώντας σε ερώτηση για τη σχέση της παραπληροφόρησης με την οικονομική κρίση την πανδημία και την πολιτική, ο Χριστόδουλος Ιωάννου ανέφερε ότι υπάρχει σαφής πολιτική διάσταση, καθώς η παραπληροφόρηση στοχεύει το πολιτικό σύστημα και τις δημοκρατικές δομές. Όπως είπε, «εκμεταλλεύεται πολιτικές ευπάθειες προκειμένου να επηρεάσει πολιτικούς μέσω της εκλογικής τους βάσης», ενώ παράλληλα μπορεί να ενισχύει περιθωριακές πολιτικές φωνές.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική κρίση και την πανδημία, ανέφερε ότι τέτοιες συνθήκες δεν δημιούργησαν το φαινόμενο της παραπληροφόρησης, αλλά το ενίσχυσαν και δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την εξάπλωσή του.
Παρέπεμψε στην περίοδο των εμβολιασμών κατά την πανδημία, αλλά και στις περιόδους οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και την Κύπρο, κατά τις οποίες, «περιθωριακά κινήματα απέκτησαν αξιοσημείωτη προβολή, αξιοποιώντας την κοινωνική δυσπιστία απέναντι στις κυβερνητικές και κρατικές δομές».
Από την πλευρά του ο κ. Tatham εξήγησε ότι τόσο η οικονομική κρίση όσο και η πανδημία αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της παραπληροφόρησης.
Πρόσθεσε ότι οι φορείς παραπληροφόρησης συχνά επιδιώκουν να πλήξουν την εθνική συνοχή χρησιμοποιώντας ζητήματα που είναι ήδη αμφιλεγόμενα ή ευαίσθητα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την πανδημία, κατά την οποία αξιοποιήθηκαν οι φόβοι γύρω από τους εμβολιασμούς και διαδόθηκαν ψευδείς πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα ή τους κινδύνους των εμβολίων.
«Η μετανάστευση είναι ένα ακόμη κλασικό ζήτημα που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία διχασμού, όπου βλέπουμε την παραπληροφόρηση να υπερβάλλει ως προς τη φύση της απειλής και να εκμεταλλεύεται τους φόβους και τις ανησυχίες των ανθρώπων», είπε, ενώ πρόσθεσε ότι «η παραπληροφόρηση εκμεταλλεύεται τις ευπάθειές μας», ανέφερε, σημειώνοντας ότι μία από τις πτυχές της δημοκρατικής απάντησης στο φαινόμενο είναι ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση αυτών των ευπαθειών, ώστε να περιορίζεται το πρόσφορο έδαφος για όσους επιχειρούν να διαδώσουν παραπληροφόρηση.
Διακρατικό πρόβλημα η παραπληροφόρηση και απαιτείται διακρατική απάντηση τόνισε ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής



