Μια ευθεία αμφισβήτηση του σημερινού καθεστώτος στις σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί η βρετανική κυβέρνηση, ανοίγοντας εκ νέου τον δρόμο για μια στενότερη συνεργασία που δεν αποκλείει μακροπρόθεσμα ούτε την πλήρη επανένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ χαρακτήρισε σοβαρή παράλειψη καθήκοντος την άρνηση εξέτασης μιας νέας συμφωνίας με τις Βρυξέλλες, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα οφείλει να βάλει πάνω από όλα τα οικονομικά και κοινωνικά της συμφέροντα.
Η στροφή αυτή προκαλεί έντονες πολιτικές τριβές στο εσωτερικό της χώρας. Οι Συντηρητικοί εξαπολύουν σφοδρή κριτική κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιχειρεί να ανασύρει τα φαντάσματα του Brexit και να διχάσει ξανά τους πολίτες χωρίς λαϊκή εντολή, ενώ προβληματισμός καταγράφεται και σε αρκετούς βουλευτές των Εργατικών που εκλέγονται σε περιφέρειες υπέρμαχες της αποχώρησης. Παρά τις αντιδράσεις, η Ντάουνινγκ Στριτ επιμένει ότι η προτεραιότητα είναι η άρση των εμποδίων στο εμπόριο και η ενίσχυση της ασφάλειας.
Παράλληλα με το ευρωπαϊκό μέτωπο, η κυβέρνηση έφερε στο προσκήνιο ζήτημα ξένης ανάμειξης, επιβεβαιώνοντας πληροφορίες για προσπάθειες παρέμβασης της Ρωσίας στο δημοψήφισμα του 2016. Παρόλο που οι αρμόδιες αρχές διευκρινίζουν ότι οι ρωσικές απόπειρες δεν κατάφεραν να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα, η αποκάλυψη αυτή προσθέτει νέα διάσταση στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα κρίσιμα ορόσημα της σύγχρονης βρετανικής πολιτικής ιστορίας.



